ばんさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αύξηση του μέσου όρου ηλικίας τεκνοποίησης

Κλίση

Παρόν (απλό)
晩産化する
Παρόν (ευγενικό)
晩産化します
Άρνηση (απλή)
晩産化しない
Άρνηση (ευγενική)
晩産化しません
Παρελθόν (απλό)
晩産化した
Παρελθόν (ευγενικό)
晩産化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
晩産化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
晩産化しませんでした
Τε-μορφή
晩産化して
Δυνητική
晩産化できる
Προστακτική
晩産化しろ
Βουλητική
晩産化しよう
Υποθετική (ば)
晩産化すれば