普及
ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 διάχυση, εξάπλωση, εκλαΐκευση, διάδοση, εξοικείωση
Παραδείγματα
-
スマートフォンの普及は早いです。
Η διάδοση των smartphone είναι γρήγορη.
-
インターネットの普及により、情報へのアクセスが容易になりました。
Με την εξάπλωση του διαδικτύου, η πρόσβαση στις πληροφορίες έγινε ευκολότερη.
-
再生可能エネルギーの普及は、持続可能な社会を実現するために不可欠な要素です。
Η διάδοση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για την επίτευξη μιας βιώσιμης κοινωνίας.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 普及する
- Παρόν (ευγενικό)
- 普及します
- Άρνηση (απλή)
- 普及しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 普及しません
- Παρελθόν (απλό)
- 普及した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 普及しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 普及しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 普及しませんでした
- Τε-μορφή
- 普及して
- Δυνητική
- 普及できる
- Προστακτική
- 普及しろ
- Βουλητική
- 普及しよう
- Υποθετική (ば)
- 普及すれば
- Υποθετική (たら)
- 普及したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 普及したい
- Απαγορευτική (~な)
- 普及するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 普及しなさい
- Παθητική
- 普及される
- Αιτιατική
- 普及させる