普ふ段だん

ουσιαστικό, επίρρημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνηθισμένος, κανονικός, καθημερινός, κοινός, απλός
  2. 02 συνήθως, κανονικά, γενικά, πάντα

Παραδείγματα

  • 普段ふだん、何なにをしますか。

    Τι κάνεις συνήθως;

  • 私わたしは普段ふだん、電車でんしゃで通勤つうきんしています。

    Συνήθως πηγαίνω στη δουλειά με το τρένο.

  • 彼かれは普段ふだんおとなしいですが、たまに驚おどろくような発言はつげんをします。

    Αν και είναι συνήθως ήσυχος, καμιά φορά λέει πράγματα που σε εκπλήσσουν.