普ふ段だんから

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τακτικά, συνήθως, κατά συνήθεια

Παραδείγματα

  • 普段ふだんから水みずをよく飲のみます。

    Πίνω πολύ νερό συνήθως.

  • 彼かれは普段ふだんから周まわりの人ひとに優やさしいです。

    Αυτός είναι συνήθως ευγενικός με τους γύρω του.

  • 普段ふだんから疑問ぎもんに思おもったことをすぐ調しらべる習慣しゅうかんをつけていると、様々さまざまな知識ちしきが自然しぜんと身みにつきます。

    Αν έχεις τη συνήθεια να ψάχνεις αμέσως οτιδήποτε σε απασχολεί, τότε αποκτάς αβίαστα διάφορες γνώσεις.