しん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οικοδομή, κατασκευή
  2. 02 συλλογική εργασία από βουδιστές ασκούμενους, ομαδικές δραστηριότητες μιας κοινότητας (π.χ. καθαρισμός κ.ά.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
普請する
Παρόν (ευγενικό)
普請します
Άρνηση (απλή)
普請しない
Άρνηση (ευγενική)
普請しません
Παρελθόν (απλό)
普請した
Παρελθόν (ευγενικό)
普請しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
普請しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
普請しませんでした
Τε-μορφή
普請して
Δυνητική
普請できる
Προστακτική
普請しろ
Βουλητική
普請しよう
Υποθετική (ば)
普請すれば