普遍化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθολίκευση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 普遍化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 普遍化します
- Άρνηση (απλή)
- 普遍化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 普遍化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 普遍化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 普遍化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 普遍化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 普遍化しませんでした
- Τε-μορφή
- 普遍化して
- Δυνητική
- 普遍化できる
- Προστακτική
- 普遍化しろ
- Βουλητική
- 普遍化しよう
- Υποθετική (ば)
- 普遍化すれば
- Υποθετική (たら)
- 普遍化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 普遍化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 普遍化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 普遍化しなさい
- Παθητική
- 普遍化される
- Αιτιατική
- 普遍化させる