晴はれる

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθαρίζει ο καιρός, ανοίγει ο καιρός, κάνει λιακάδα, σταματάει η βροχή
  2. 02 αναζωογονώ, αναπτερώνω (π.χ. το ηθικό)
  3. 03 διαλύομαι (π.χ. για υποψία), αποκαθίσταμαι (από υποψία)
  4. 04 διαλύομαι, εκλείπω

Παραδείγματα

  • 今日きょうは晴はれます。

    Σήμερα θα έχει λιακάδα.

  • 雨あめが止やんで、空そらが晴はれました。

    Η βροχή σταμάτησε και ο ουρανός καθάρισε.

  • 彼かれの無実むじつが証明しょうめいされ、ようやく疑惑ぎわくが晴はれました。

    Αποδείχθηκε η αθωότητά του και επιτέλους διαλύθηκε η υποψία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
晴れる
Παρόν (ευγενικό)
晴れます
Άρνηση (απλή)
晴れない
Άρνηση (ευγενική)
晴れません
Παρελθόν (απλό)
晴れた
Παρελθόν (ευγενικό)
晴れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
晴れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
晴れませんでした
Τε-μορφή
晴れて
Δυνητική
晴れられる
Προστακτική
晴れろ
Βουλητική
晴れよう
Υποθετική (ば)
晴れれば