晴れ晴れしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθαρός, λαμπρός, χαρούμενος, φωτεινός (π.χ. βλέμμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 晴れ晴れしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 晴れ晴れしいです
- Άρνηση (απλή)
- 晴れ晴れしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 晴れ晴れしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 晴れ晴れしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 晴れ晴れしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 晴れ晴れしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 晴れ晴れしくなかったです
- Τε-μορφή
- 晴れ晴れしくて
- Υποθετική (ば)
- 晴れ晴れしければ
- Υποθετική (たら)
- 晴れ晴れしかったら