せいこうどく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός καλλιέργεια των αγρών με καλό καιρό και διάβασμα στο σπίτι όταν βρέχει, η ζωή σε ήσυχη απόσυρση μοιράζοντας τον χρόνο ανάμεσα στην εργασία και τις πνευματικές αναζητήσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
晴耕雨読する
Παρόν (ευγενικό)
晴耕雨読します
Άρνηση (απλή)
晴耕雨読しない
Άρνηση (ευγενική)
晴耕雨読しません
Παρελθόν (απλό)
晴耕雨読した
Παρελθόν (ευγενικό)
晴耕雨読しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
晴耕雨読しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
晴耕雨読しませんでした
Τε-μορφή
晴耕雨読して
Δυνητική
晴耕雨読できる
Προστακτική
晴耕雨読しろ
Βουλητική
晴耕雨読しよう
Υποθετική (ば)
晴耕雨読すれば