あかつき

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ποιητικό αυγή, ξημέρωμα
  2. 02 περίπτωση (π.χ. στην περίπτωση που...), γεγονός, συμβάν

Παραδείγματα

  • あかつきた。

    Ήρθε η αυγή.

  • 早朝そうちょうあかつきに、とりはじめた。

    Με την αυγή, άρχισαν να κελαηδούν τα πουλιά.

  • 将来しょうらいなにこまったことのあかつきには、いつでも相談そうだんしてください。

    Αν στο μέλλον προκύψει κάποιο πρόβλημα, παρακαλώ μη διστάσετε να με συμβουλευτείτε οποιαδήποτε στιγμή.