ひまをやる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απολύω (υπάλληλο), αποπέμπω
  2. 02 χωρίζω τη σύζυγό μου
  3. 03 δίνω άδεια, παραχωρώ χρόνο για διακοπές

Κλίση

Παρόν (απλό)
暇をやる
Παρόν (ευγενικό)
暇をやります
Άρνηση (απλή)
暇をやらない
Άρνηση (ευγενική)
暇をやりません
Παρελθόν (απλό)
暇をやった
Παρελθόν (ευγενικό)
暇をやりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暇をやらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暇をやりませんでした
Τε-μορφή
暇をやって
Δυνητική
暇をやれる
Προστακτική
暇をやれ
Βουλητική
暇をやろう
Υποθετική (ば)
暇をやれば