暇を出す
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απολύω (υπάλληλο), διώχνω, αποπέμπω
- 02 χωρίζω τη σύζυγό μου
- 03 δίνω άδεια, παραχωρώ χρόνο για διακοπές
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 暇を出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 暇を出します
- Άρνηση (απλή)
- 暇を出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 暇を出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 暇を出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 暇を出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 暇を出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 暇を出しませんでした
- Τε-μορφή
- 暇を出して
- Δυνητική
- 暇を出せる
- Προστακτική
- 暇を出せ
- Βουλητική
- 暇を出そう
- Υποθετική (ば)
- 暇を出せば
- Υποθετική (たら)
- 暇を出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 暇を出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 暇を出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 暇を出しなさい
- Παθητική
- 暇を出される
- Αιτιατική
- 暇を出させる