ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεθωριάζω, είμαι ασαφής, θολώνω, είμαι εκτός εστίασης

Κλίση

Παρόν (απλό)
暈ける
Παρόν (ευγενικό)
暈けます
Άρνηση (απλή)
暈けない
Άρνηση (ευγενική)
暈けません
Παρελθόν (απλό)
暈けた
Παρελθόν (ευγενικό)
暈けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暈けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暈けませんでした
Τε-μορφή
暈けて
Δυνητική
暈けられる
Προστακτική
暈けろ
Βουλητική
暈けよう
Υποθετική (ば)
暈ければ