しょける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο παραθερίζω, αποδημώ για το καλοκαίρι

Κλίση

Παρόν (απλό)
暑を避ける
Παρόν (ευγενικό)
暑を避けます
Άρνηση (απλή)
暑を避けない
Άρνηση (ευγενική)
暑を避けません
Παρελθόν (απλό)
暑を避けた
Παρελθόν (ευγενικό)
暑を避けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暑を避けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暑を避けませんでした
Τε-μορφή
暑を避けて
Δυνητική
暑を避けられる
Προστακτική
暑を避けろ
Βουλητική
暑を避けよう
Υποθετική (ば)
暑を避ければ