あたたかいまも

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιμετωπίζω κάποιον με επιείκεια, δείχνω κατανόηση, δίνω σε κάποιον μια ευκαιρία

Κλίση

Παρόν (απλό)
暖かい目で見守る
Παρόν (ευγενικό)
暖かい目で見守ります
Άρνηση (απλή)
暖かい目で見守らない
Άρνηση (ευγενική)
暖かい目で見守りません
Παρελθόν (απλό)
暖かい目で見守った
Παρελθόν (ευγενικό)
暖かい目で見守りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暖かい目で見守らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暖かい目で見守りませんでした
Τε-μορφή
暖かい目で見守って
Δυνητική
暖かい目で見守れる
Προστακτική
暖かい目で見守れ
Βουλητική
暖かい目で見守ろう
Υποθετική (ば)
暖かい目で見守れば