暖をとる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ζεσταίνομαι (π.χ. σε μια φωτιά)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 暖をとる
- Παρόν (ευγενικό)
- 暖をとります
- Άρνηση (απλή)
- 暖をとらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 暖をとりません
- Παρελθόν (απλό)
- 暖をとった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 暖をとりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 暖をとらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 暖をとりませんでした
- Τε-μορφή
- 暖をとって
- Δυνητική
- 暖をとれる
- Προστακτική
- 暖をとれ
- Βουλητική
- 暖をとろう
- Υποθετική (ば)
- 暖をとれば
- Υποθετική (たら)
- 暖をとったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 暖をとりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 暖をとるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 暖をとりなさい
- Παθητική
- 暖をとられる
- Αιτιατική
- 暖をとらせる