ふたがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλύπτομαι από σκοτάδι
  2. 02 βυθίζομαι σε βαθιά θλίψη ή απόγνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
暗れ塞がる
Παρόν (ευγενικό)
暗れ塞がります
Άρνηση (απλή)
暗れ塞がらない
Άρνηση (ευγενική)
暗れ塞がりません
Παρελθόν (απλό)
暗れ塞がった
Παρελθόν (ευγενικό)
暗れ塞がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暗れ塞がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暗れ塞がりませんでした
Τε-μορφή
暗れ塞がって
Δυνητική
暗れ塞がれる
Προστακτική
暗れ塞がれ
Βουλητική
暗れ塞がろう
Υποθετική (ば)
暗れ塞がれば