あんしょうげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσκρούω σε ύφαλο, προσαράζω σε βράχια
  2. 02 ιδιωματισμός περιέρχομαι σε αδιέξοδο, βαλτώνω, αντιμετωπίζω δυσκολίες, προσκρούω σε εμπόδια

Κλίση

Παρόν (απλό)
暗礁に乗り上げる
Παρόν (ευγενικό)
暗礁に乗り上げます
Άρνηση (απλή)
暗礁に乗り上げない
Άρνηση (ευγενική)
暗礁に乗り上げません
Παρελθόν (απλό)
暗礁に乗り上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
暗礁に乗り上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暗礁に乗り上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暗礁に乗り上げませんでした
Τε-μορφή
暗礁に乗り上げて
Δυνητική
暗礁に乗り上げられる
Προστακτική
暗礁に乗り上げろ
Βουλητική
暗礁に乗り上げよう
Υποθετική (ば)
暗礁に乗り上げれば