らす

ρήμα, επίθημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζω (με, από, κ.λπ.), διάγω βίο, τα βγάζω πέρα, επιβιώνω
  2. 02 βιοπορίζομαι, κερδίζω τα προς το ζην
  3. 03 παρωχημένο περνώ τον καιρό μου (κάνοντας κάτι), περνώ τις μέρες μου (κάνοντας κάτι), ζω, συνεχίζω (κάνοντας κάτι)
  4. 04 επίθημα κάνω καθημερινά, κάνω όλη μέρα, συνεχίζω να κάνω

Παραδείγματα

  • 日本にほんらしています。

    Ζω στην Ιαπωνία.

  • しずかにらしたです。

    Θέλω να ζω ήσυχα.

  • あたらしい場所ばしょしましたが、すこしずつれてたのしくらしています。

    Αν και μετακόμισα σε καινούριο μέρος, σιγά σιγά το συνήθισα και περνάω καλά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
暮らす
Παρόν (ευγενικό)
暮らします
Άρνηση (απλή)
暮らさない
Άρνηση (ευγενική)
暮らしません
Παρελθόν (απλό)
暮らした
Παρελθόν (ευγενικό)
暮らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暮らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暮らしませんでした
Τε-μορφή
暮らして
Δυνητική
暮らせる
Προστακτική
暮らせ
Βουλητική
暮らそう
Υποθετική (ば)
暮らせば