暮れなずむ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βραδιάζω αργά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 暮れなずむ
- Παρόν (ευγενικό)
- 暮れなずみます
- Άρνηση (απλή)
- 暮れなずまない
- Άρνηση (ευγενική)
- 暮れなずみません
- Παρελθόν (απλό)
- 暮れなずんだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 暮れなずみました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 暮れなずまなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 暮れなずみませんでした
- Τε-μορφή
- 暮れなずんで
- Δυνητική
- 暮れなずめる
- Προστακτική
- 暮れなずめ
- Βουλητική
- 暮れなずもう
- Υποθετική (ば)
- 暮れなずめば
- Υποθετική (たら)
- 暮れなずんだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 暮れなずみたい
- Απαγορευτική (~な)
- 暮れなずむな
- Προστακτική (ευγενική)
- 暮れなずみなさい
- Παθητική
- 暮れなずまれる
- Αιτιατική
- 暮れなずませる