れゆく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκοτεινιάζω, σουρουπώνω
  2. 02 φθίνω, λιγοστεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
暮れゆく
Παρόν (ευγενικό)
暮れゆきます
Άρνηση (απλή)
暮れゆかない
Άρνηση (ευγενική)
暮れゆきません
Παρελθόν (απλό)
暮れゆいた
Παρελθόν (ευγενικό)
暮れゆきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暮れゆかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暮れゆきませんでした
Τε-μορφή
暮れゆいて
Δυνητική
暮れゆける
Προστακτική
暮れゆけ
Βουλητική
暮れゆこう
Υποθετική (ば)
暮れゆけば