れる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκοτεινιάζω, νυχτώνει
  2. 02 τελειώνω, λήγω (για ημέρα, έτος, εποχή κ.λπ.)
  3. 03 βυθίζομαι σε (π.χ. απόγνωση), χάνομαι σε (π.χ. σκέψεις), καταβάλλομαι από

Παραδείγματα

  • れる

    Νυχτώνει.

  • 一日いちにちはやれてしまった。

    Η μέρα τελείωσε γρήγορα.

  • れない場所ばしょでの生活せいかつ不安ふあん気持きもちでれることがよくある。

    Όταν ζεις σε ένα άγνωστο μέρος, συχνά σε κυριεύει το αίσθημα της ανασφάλειας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
暮れる
Παρόν (ευγενικό)
暮れます
Άρνηση (απλή)
暮れない
Άρνηση (ευγενική)
暮れません
Παρελθόν (απλό)
暮れた
Παρελθόν (ευγενικό)
暮れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暮れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暮れませんでした
Τε-μορφή
暮れて
Δυνητική
暮れられる
Προστακτική
暮れろ
Βουλητική
暮れよう
Υποθετική (ば)
暮れれば