てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκοτεινιάζω τελείως

Κλίση

Παρόν (απλό)
暮れ果てる
Παρόν (ευγενικό)
暮れ果てます
Άρνηση (απλή)
暮れ果てない
Άρνηση (ευγενική)
暮れ果てません
Παρελθόν (απλό)
暮れ果てた
Παρελθόν (ευγενικό)
暮れ果てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暮れ果てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暮れ果てませんでした
Τε-μορφή
暮れ果てて
Δυνητική
暮れ果てられる
Προστακτική
暮れ果てろ
Βουλητική
暮れ果てよう
Υποθετική (ば)
暮れ果てれば