のこ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμένω αναμμένος στο λυκόφως (για το φως που σβήνει αργά), διατηρώ ένα υπολειπόμενο φως κατά το σούρουπο

Κλίση

Παρόν (απλό)
暮れ残る
Παρόν (ευγενικό)
暮れ残ります
Άρνηση (απλή)
暮れ残らない
Άρνηση (ευγενική)
暮れ残りません
Παρελθόν (απλό)
暮れ残った
Παρελθόν (ευγενικό)
暮れ残りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暮れ残らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暮れ残りませんでした
Τε-μορφή
暮れ残って
Δυνητική
暮れ残れる
Προστακτική
暮れ残れ
Βουλητική
暮れ残ろう
Υποθετική (ば)
暮れ残れば