暴あばく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκαλύπτω, φανερώνω, εκθέτω
  2. 02 ξεθάβω, ανασκάπτω, ανοίγω (π.χ. τάφο)

Παραδείγματα

  • 彼かれは秘密ひみつを暴あばいた。

    Αποκάλυψε το μυστικό.

  • そのジャーナリストは会社かいしゃの不正ふせいを暴あばいた。

    Ο δημοσιογράφος αποκάλυψε τις ατασθαλίες της εταιρείας.

  • 歴史れきしの闇やみに埋うもれた真実しんじつを暴あばくことは、容易よういなことではない。

    Το να αποκαλύψεις την αλήθεια που είναι θαμμένη στο σκοτάδι της ιστορίας δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
暴く
Παρόν (ευγενικό)
暴きます
Άρνηση (απλή)
暴かない
Άρνηση (ευγενική)
暴きません
Παρελθόν (απλό)
暴いた
Παρελθόν (ευγενικό)
暴きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
暴かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
暴きませんでした
Τε-μορφή
暴いて
Δυνητική
暴ける
Προστακτική
暴け
Βουλητική
暴こう
Υποθετική (ば)
暴けば