れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο υφίσταμαι διάβρωση (π.χ. από την παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο ή τη βροχή), ξεθωριάζω, αποσυντίθεμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
曝れる
Παρόν (ευγενικό)
曝れます
Άρνηση (απλή)
曝れない
Άρνηση (ευγενική)
曝れません
Παρελθόν (απλό)
曝れた
Παρελθόν (ευγενικό)
曝れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
曝れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
曝れませんでした
Τε-μορφή
曝れて
Δυνητική
曝れられる
Προστακτική
曝れろ
Βουλητική
曝れよう
Υποθετική (ば)
曝れれば