きょくせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάμψη, ελικoειδής πορεία, μαιανδρισμός, ζιγκ-ζαγκ
  2. 02 αυξομειώσεις, ανατροπές, περιπλοκές, δυσκολίες, διακυμάνσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
曲折する
Παρόν (ευγενικό)
曲折します
Άρνηση (απλή)
曲折しない
Άρνηση (ευγενική)
曲折しません
Παρελθόν (απλό)
曲折した
Παρελθόν (ευγενικό)
曲折しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
曲折しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
曲折しませんでした
Τε-μορφή
曲折して
Δυνητική
曲折できる
Προστακτική
曲折しろ
Βουλητική
曲折しよう
Υποθετική (ば)
曲折すれば