かす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μένω ξύπνιος μέχρι αργά

Κλίση

Παρόν (απλό)
更かす
Παρόν (ευγενικό)
更かします
Άρνηση (απλή)
更かさない
Άρνηση (ευγενική)
更かしません
Παρελθόν (απλό)
更かした
Παρελθόν (ευγενικό)
更かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
更かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
更かしませんでした
Τε-μορφή
更かして
Δυνητική
更かせる
Προστακτική
更かせ
Βουλητική
更かそう
Υποθετική (ば)
更かせば