こうせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκατάσταση, επανένταξη, η έναρξη μιας νέας ζωής
  2. 02 αναγέννηση, ανάπλαση, αναδιοργάνωση, ανασυγκρότηση, ανάρρωση, αποκατάσταση, αναμόρφωση
  3. 03 επανέρχομαι στη ζωή, αναζωογόνηση, ανάνηψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
更生する
Παρόν (ευγενικό)
更生します
Άρνηση (απλή)
更生しない
Άρνηση (ευγενική)
更生しません
Παρελθόν (απλό)
更生した
Παρελθόν (ευγενικό)
更生しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
更生しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
更生しませんでした
Τε-μορφή
更生して
Δυνητική
更生できる
Προστακτική
更生しろ
Βουλητική
更生しよう
Υποθετική (ば)
更生すれば