更迭
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αντικατάσταση προσωπικού, ανασχηματισμός (π.χ. κυβερνητικού σχήματος), αλλαγή στελεχών, απομάκρυνση (π.χ. υπουργού), αντικατάσταση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 更迭する
- Παρόν (ευγενικό)
- 更迭します
- Άρνηση (απλή)
- 更迭しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 更迭しません
- Παρελθόν (απλό)
- 更迭した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 更迭しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 更迭しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 更迭しませんでした
- Τε-μορφή
- 更迭して
- Δυνητική
- 更迭できる
- Προστακτική
- 更迭しろ
- Βουλητική
- 更迭しよう
- Υποθετική (ば)
- 更迭すれば
- Υποθετική (たら)
- 更迭したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 更迭したい
- Απαγορευτική (~な)
- 更迭するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 更迭しなさい
- Παθητική
- 更迭される
- Αιτιατική
- 更迭させる