書き取る
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταγράφω (αυτά που λέει κάποιος), παίρνω υπαγόρευση, κρατώ σημειώσεις (π.χ. μιας διάλεξης)
- 02 αντιγράφω (ένα κείμενο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 書き取る
- Παρόν (ευγενικό)
- 書き取ります
- Άρνηση (απλή)
- 書き取らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 書き取りません
- Παρελθόν (απλό)
- 書き取った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 書き取りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 書き取らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 書き取りませんでした
- Τε-μορφή
- 書き取って
- Δυνητική
- 書き取れる
- Προστακτική
- 書き取れ
- Βουλητική
- 書き取ろう
- Υποθετική (ば)
- 書き取れば
- Υποθετική (たら)
- 書き取ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 書き取りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 書き取るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 書き取りなさい
- Παθητική
- 書き取られる
- Αιτιατική
- 書き取らせる