はじめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 書き始める αρχίζω να γράφω
  2. 02 ειδικά ως 描き始める αρχίζω να σχεδιάζω, αρχίζω να ζωγραφίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
書き始める
Παρόν (ευγενικό)
書き始めます
Άρνηση (απλή)
書き始めない
Άρνηση (ευγενική)
書き始めません
Παρελθόν (απλό)
書き始めた
Παρελθόν (ευγενικό)
書き始めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
書き始めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
書き始めませんでした
Τε-μορφή
書き始めて
Δυνητική
書き始められる
Προστακτική
書き始めろ
Βουλητική
書き始めよう
Υποθετική (ば)
書き始めれば