書かき込こむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπληρώνω (πεδίο, εγγραφή, κ.λπ.), συμπληρώνω (έντυπο)
  2. 02 δημοσιεύω μήνυμα (π.χ. σε πίνακα ανακοινώσεων)
  3. 03 αποθηκεύω
  4. 04 εγγράφω (δεδομένα), φλασάρω

Παραδείγματα

  • ここに名前なまえを書かき込こんでください。

    Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ.

  • 試験しけんの解答用紙かいとうようしには、必かなず黒くろいペンで書かき込こんでください。

    Στο φύλλο απαντήσεων των εξετάσεων, παρακαλώ γράψτε οπωσδήποτε με μαύρο στυλό.

  • 会員専用かいいんせんようのフォーラムに、新あたらしいトピックを書かき込こんで、意見交換いけんこうかんを行おこないました。

    Δημοσίευσα ένα νέο θέμα στο φόρουμ μόνο για μέλη και ανταλλάξαμε απόψεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
書き込む
Παρόν (ευγενικό)
書き込みます
Άρνηση (απλή)
書き込まない
Άρνηση (ευγενική)
書き込みません
Παρελθόν (απλό)
書き込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
書き込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
書き込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
書き込みませんでした
Τε-μορφή
書き込んで
Δυνητική
書き込める
Προστακτική
書き込め
Βουλητική
書き込もう
Υποθετική (ば)
書き込めば