はや

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ήδη, τώρα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα πια, όχι πλέον

Παραδείγματα

  • それは最早もはやありません。

    Αυτό δεν υπάρχει πια.

  • かれ最早もはや子供こどもではありません。

    Αυτός δεν είναι πια παιδί.

  • むかし面影おもかげ最早もはやなく、べつひとのようでした。

    Δεν είχε πια ίχνος του παλιού του εαυτού, ήταν σαν άλλος άνθρωπος.