つきながめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω το φεγγάρι

Κλίση

Παρόν (απλό)
月を眺める
Παρόν (ευγενικό)
月を眺めます
Άρνηση (απλή)
月を眺めない
Άρνηση (ευγενική)
月を眺めません
Παρελθόν (απλό)
月を眺めた
Παρελθόν (ευγενικό)
月を眺めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
月を眺めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
月を眺めませんでした
Τε-μορφή
月を眺めて
Δυνητική
月を眺められる
Προστακτική
月を眺めろ
Βουλητική
月を眺めよう
Υποθετική (ば)
月を眺めれば