つきまい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μηνιαία επίσκεψη σε ιερό ή ναό

Κλίση

Παρόν (απλό)
月参りする
Παρόν (ευγενικό)
月参りします
Άρνηση (απλή)
月参りしない
Άρνηση (ευγενική)
月参りしません
Παρελθόν (απλό)
月参りした
Παρελθόν (ευγενικό)
月参りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
月参りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
月参りしませんでした
Τε-μορφή
月参りして
Δυνητική
月参りできる
Προστακτική
月参りしろ
Βουλητική
月参りしよう
Υποθετική (ば)
月参りすれば