つきかまかれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός διαπράττω γκάφα, κάνω λάθος, πέφτω θύμα κλοπής (κυριολεκτικά: μου κλέβουν το καζάνι σε βραδιά με πανσέληνο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
月夜に釜を抜かれる
Παρόν (ευγενικό)
月夜に釜を抜かれます
Άρνηση (απλή)
月夜に釜を抜かれない
Άρνηση (ευγενική)
月夜に釜を抜かれません
Παρελθόν (απλό)
月夜に釜を抜かれた
Παρελθόν (ευγενικό)
月夜に釜を抜かれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
月夜に釜を抜かれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
月夜に釜を抜かれませんでした
Τε-μορφή
月夜に釜を抜かれて
Δυνητική
月夜に釜を抜かれられる
Προστακτική
月夜に釜を抜かれろ
Βουλητική
月夜に釜を抜かれよう
Υποθετική (ば)
月夜に釜を抜かれれば