つき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνά ο καιρός, κυλούν οι μέρες και οι μήνες, διαβαίνουν οι μήνες

Κλίση

Παρόν (απλό)
月日が経つ
Παρόν (ευγενικό)
月日が経ちます
Άρνηση (απλή)
月日が経たない
Άρνηση (ευγενική)
月日が経ちません
Παρελθόν (απλό)
月日が経った
Παρελθόν (ευγενικό)
月日が経ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
月日が経たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
月日が経ちませんでした
Τε-μορφή
月日が経って
Δυνητική
月日が経てる
Προστακτική
月日が経て
Βουλητική
月日が経とう
Υποθετική (ば)
月日が経てば