Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
有らぬ
あらぬ
有
有
あ
らぬ
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
συνήθως γραμμένο με κάνα
λανθασμένος, αβάσιμος, ψευδής, απρεπής
02
συνήθως γραμμένο με κάνα
διαφορετικός, ξεχωριστός, άσχετος
03
συνήθως γραμμένο με κάνα
απρόσμενος, εκπληκτικός