有り余る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 περισσεύω, πλεονάζω, έχω σε αφθονία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 有り余る
- Παρόν (ευγενικό)
- 有り余ります
- Άρνηση (απλή)
- 有り余らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 有り余りません
- Παρελθόν (απλό)
- 有り余った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 有り余りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 有り余らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 有り余りませんでした
- Τε-μορφή
- 有り余って
- Δυνητική
- 有り余れる
- Προστακτική
- 有り余れ
- Βουλητική
- 有り余ろう
- Υποθετική (ば)
- 有り余れば
- Υποθετική (たら)
- 有り余ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 有り余りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 有り余るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 有り余りなさい
- Παθητική
- 有り余られる
- Αιτιατική
- 有り余らせる