有り合わす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο τυχαίνει να υπάρχει, έχω πρόχειρο, έχω στο απόθεμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 有り合わす
- Παρόν (ευγενικό)
- 有り合わします
- Άρνηση (απλή)
- 有り合わさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 有り合わしません
- Παρελθόν (απλό)
- 有り合わした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 有り合わしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 有り合わさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 有り合わしませんでした
- Τε-μορφή
- 有り合わして
- Δυνητική
- 有り合わせる
- Προστακτική
- 有り合わせ
- Βουλητική
- 有り合わそう
- Υποθετική (ば)
- 有り合わせば
- Υποθετική (たら)
- 有り合わしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 有り合わしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 有り合わすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 有り合わしなさい
- Παθητική
- 有り合わされる
- Αιτιατική
- 有り合わさせる