ゆう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεωρώ πλεονεκτικό, θεωρώ φαβορί

Κλίση

Παρόν (απλό)
有利と踏む
Παρόν (ευγενικό)
有利と踏みます
Άρνηση (απλή)
有利と踏まない
Άρνηση (ευγενική)
有利と踏みません
Παρελθόν (απλό)
有利と踏んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
有利と踏みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
有利と踏まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
有利と踏みませんでした
Τε-μορφή
有利と踏んで
Δυνητική
有利と踏める
Προστακτική
有利と踏め
Βουλητική
有利と踏もう
Υποθετική (ば)
有利と踏めば