有理化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξορθολογισμός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 有理化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 有理化します
- Άρνηση (απλή)
- 有理化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 有理化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 有理化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 有理化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 有理化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 有理化しませんでした
- Τε-μορφή
- 有理化して
- Δυνητική
- 有理化できる
- Προστακτική
- 有理化しろ
- Βουλητική
- 有理化しよう
- Υποθετική (ば)
- 有理化すれば
- Υποθετική (たら)
- 有理化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 有理化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 有理化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 有理化しなさい
- Παθητική
- 有理化される
- Αιτιατική
- 有理化させる