服す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπακούω, υποτάσσομαι, υποχωρώ, αποδέχομαι, τηρώ
- 02 υπηρετώ (στο στρατό, σε ποινή φυλάκισης κ.λπ.)
- 03 πενθώ, τηρώ (πένθος)
- 04 λαμβάνω (φάρμακο, δηλητήριο κ.λπ.), πίνω (τσάι)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 服す
- Παρόν (ευγενικό)
- 服します
- Άρνηση (απλή)
- 服さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 服しません
- Παρελθόν (απλό)
- 服した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 服しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 服さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 服しませんでした
- Τε-μορφή
- 服して
- Δυνητική
- 服せる
- Προστακτική
- 服せ
- Βουλητική
- 服そう
- Υποθετική (ば)
- 服せば
- Υποθετική (たら)
- 服したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 服したい
- Απαγορευτική (~な)
- 服すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 服しなさい
- Παθητική
- 服される
- Αιτιατική
- 服させる