ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω (φάρμακο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
服む
Παρόν (ευγενικό)
服みます
Άρνηση (απλή)
服まない
Άρνηση (ευγενική)
服みません
Παρελθόν (απλό)
服んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
服みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
服まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
服みませんでした
Τε-μορφή
服んで
Δυνητική
服める
Προστακτική
服め
Βουλητική
服もう
Υποθετική (ば)
服めば