服ふくを着きる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φοράω ρούχα, ντύνομαι
  2. 02 ιδιωματισμός είμαι η προσωποποίηση

Παραδείγματα

  • 私わたしは服ふくを着きる。

    Ντύνομαι.

  • 毎日まいにち、学校がっこうに行いく前まえに服ふくを着きます。

    Ντύνομαι κάθε μέρα πριν πάω στο σχολείο.

  • 彼女かのじょはTPOをわきまえて、状況じょうきょうに合あった服ふくをいつも上手じょうずに着きこなしています。

    Αυτή πάντα ξέρει να ντύνεται κατάλληλα για την περίσταση, επιλέγοντας με δεξιοτεχνία ρούχα που ταιριάζουν στην κάθε περίσταση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
服を着る
Παρόν (ευγενικό)
服を着ます
Άρνηση (απλή)
服を着ない
Άρνηση (ευγενική)
服を着ません
Παρελθόν (απλό)
服を着た
Παρελθόν (ευγενικό)
服を着ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
服を着なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
服を着ませんでした
Τε-μορφή
服を着て
Δυνητική
服を着られる
Προστακτική
服を着ろ
Βουλητική
服を着よう
Υποθετική (ば)
服を着れば