ふくぞく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακόλουθος
  2. 02 υποτάσσομαι, δηλώνω υποταγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
服属する
Παρόν (ευγενικό)
服属します
Άρνηση (απλή)
服属しない
Άρνηση (ευγενική)
服属しません
Παρελθόν (απλό)
服属した
Παρελθόν (ευγενικό)
服属しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
服属しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
服属しませんでした
Τε-μορφή
服属して
Δυνητική
服属できる
Προστακτική
服属しろ
Βουλητική
服属しよう
Υποθετική (ば)
服属すれば