ふくざい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποβολή σε ποινή, αποδοχή καταδίκης, ομολογία ενοχής
  2. 02 σπάνιο ανεξιχνίαστο έγκλημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
服罪する
Παρόν (ευγενικό)
服罪します
Άρνηση (απλή)
服罪しない
Άρνηση (ευγενική)
服罪しません
Παρελθόν (απλό)
服罪した
Παρελθόν (ευγενικό)
服罪しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
服罪しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
服罪しませんでした
Τε-μορφή
服罪して
Δυνητική
服罪できる
Προστακτική
服罪しろ
Βουλητική
服罪しよう
Υποθετική (ば)
服罪すれば