服薬
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λήψη φαρμάκων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 服薬する
- Παρόν (ευγενικό)
- 服薬します
- Άρνηση (απλή)
- 服薬しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 服薬しません
- Παρελθόν (απλό)
- 服薬した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 服薬しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 服薬しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 服薬しませんでした
- Τε-μορφή
- 服薬して
- Δυνητική
- 服薬できる
- Προστακτική
- 服薬しろ
- Βουλητική
- 服薬しよう
- Υποθετική (ば)
- 服薬すれば
- Υποθετική (たら)
- 服薬したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 服薬したい
- Απαγορευτική (~な)
- 服薬するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 服薬しなさい
- Παθητική
- 服薬される
- Αιτιατική
- 服薬させる