ちょうれいかい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ασταθής πορεία δράσης, εντολές ή νόμοι που αναθεωρούνται συχνά χωρίς να διέπονται από σταθερές αρχές

Κλίση

Παρόν (απλό)
朝令暮改する
Παρόν (ευγενικό)
朝令暮改します
Άρνηση (απλή)
朝令暮改しない
Άρνηση (ευγενική)
朝令暮改しません
Παρελθόν (απλό)
朝令暮改した
Παρελθόν (ευγενικό)
朝令暮改しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
朝令暮改しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
朝令暮改しませんでした
Τε-μορφή
朝令暮改して
Δυνητική
朝令暮改できる
Προστακτική
朝令暮改しろ
Βουλητική
朝令暮改しよう
Υποθετική (ば)
朝令暮改すれば